ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ι. ΜΠΕΚΡΙΔΑΚΗΣ: «ΣΑΡΞ ΕΚ ΣΑΡΚΟΣ»: Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΩΣ ΑΙΝΙΓΜΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

13/3/2014


ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΟΥ ΕΟΡΤΑΣΜΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ
«ΣΑΡΞ ΕΚ ΣΑΡΚΟΣ»: Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΩΣ ΑΙΝΙΓΜΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
 
ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ι. ΜΠΕΚΡΙΔΑΚΗΣ
Θεολόγου – Εκπαιδευτικού
 M.Phil. ΘρησκειολογίαςΥπ.∆ιδάκτοραΠαντείουΠανεπιστημίου
 
 
1 Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΣΤΟΝ ΙΟΥΔΑΪΣΜΟ
 
            Η γυναίκα στον αρχαίο Ισραήλ ήταν απολύτως ετεροκαθορισμένη ως κοινωνική ύπαρξη. Πρώτα ο πατέρας της και στη συνέχεια ο σύζυγός της ήταν είχαν απόλυτη εξουσία πάνω της. Ολόκληρη η ζωής κινούταν ανάμεσα στις δυο αυτές σφαίρες επιρροής, χωρίς συνήθως η γνώμη της να λαμβάνεται καθόλου υπόψη. Μέχρι την ηλικία των δώδεκα ετών δεν είχε κανένα δικαίωμα στην περιουσία του πατέρα της, ούτε στο προϊόν της εργασίας της, ενώ δεν μπορούσε να αμφισβητήσει την επιλογή του αρραβωνιαστικού της, η οποία γινόταν από τον πατέρα σ’ αυτήν περίπου την ηλικία. Εντούτοις, μπορούσε να ζητήσει να μην συγκατοικήσει με τον μέλλοντα σύζυγό της, αλλά να μείνει στο σπίτι των γονιών της μέχρι την ενηλικίωσή της. Επιπλέον, εάν ο πατέρας της είχε πεθάνει πριν φτάσει στα δώδεκα, η μητέρα ή οι αδελφοί της δεν είχαν το δικαίωμα να την αρραβωνιάσουν χωρίς τη συγκατάθεσή της. Κι αν η περιουσία που είχε αφήσει ήταν μικρή, τα κορίτσια προηγούνταν των αγοριών στο μοίρασμα της κληρονομιάς, ως πιο ευπαθή μέλη της οικογένειας.
Μετά το γάμο της τώρα, η γυναίκα ήταν επιφορτισμένη με όλες τις παραδοσιακές οικιακές εργασίες και φυσικά με το μεγάλωμα των παιδιών και τη φροντίδα του συζύγου της. Τα βάρη του νοικοκυριού μετριάζονταν ανάλογα με το πόσες δούλες είχε στην υπηρεσία της, πράγμα που με τη σειρά του εξαρτιόταν από την οικονομική δυνατότητα του συζύγου της. Ο τελευταίος, σύμφωνα με μια προτροπή του Ταλμούδ, όφειλε να αγαπά και να σέβεται τη γυναίκα του πιο πολύ κι από τον ίδιο του τον εαυτό. Το συμβόλαιο γάμου τον υποχρέωνε να μεριμνά για την τροφή, την ένδυση και γενικά για τις υλικές ανάγκες της συζύγου και επιπλέον να μην αμελή τα συζυγικά του καθήκοντα. Όσο κι αν προξενεί εντύπωση, λοιπόν, σύμφωνα με το Εβραϊκό Δίκαιο της εποχής η γυναίκα είχε κατοχυρωμένο το δικαίωμα στην ηδονή, ενώ ο άνδρας όχι. Μάλιστα, περιπτώσεις απροθυμίας ή ανικανότητας εκ μέρους του συζύγου συνιστούσαν αιτία διαζυγίου, το οποίο μπορούσε να αιτηθεί η γυναίκα ενώπιον του Δικαστηρίου. Άλλοι λόγοι που δικαιολογούσαν μια τέτοια αίτηση ήταν η εγκατάλειψη από το σύζυγο, η αδιαφορία για την επιβίωση της οικογένειας και η λέπρα. Φυσικά, το κατά πόσον το αίτημά της θα γινόταν αποδεκτό είναι μια άλλη ιστορία. Κάπου εδώ τελειώνουν τα δικαιώματα της ισραηλίτισσας γυναίκας της εποχής του Ιησού. Διότι μπορεί μεν να είχε τη δυνατότητα μια γυναίκα να κάνει αίτηση διαζυγίου, ωστόσο δεν μπορούσε να χωρίσει αυτοβούλως και αυτομάτως όπως ένας άνδρας. Για τον τελευταίο ο Νόμος του Μωυσή (Δευτ. 24:1-4) καθόριζε ότι αρκούσε να της εγχειρίσει ένα έγγραφο διαζυγίου και να την αποπέμψει. Κάτι τέτοιο μπορούσε να γίνει για αιτίες τόσο σοβαρές όσο ένα καμένο φαγητό, μια απιστία ή απλώς επειδή βρήκε μια άλλη γυναίκα, πιο ελκυστική από τη σύζυγο. Πάντως σε περίπτωση μοιχείας, που ήταν και η πιο σοβαρή, ο άνδρας δεν είχε το δικαίωμα να σκοτώσει την άπιστη σύζυγο, μπορούσε όμως να τη διαπομπέψει, παραδίδοντάς την στη δημόσια χλεύη, που σε σπάνιες περιπτώσεις έφτανε και ως το λιντσάρισμα. Αυτό αξίζει να επισημανθεί, διότι το ελληνικό και ρωμαϊκό δίκαιο επέτρεπαν την άμεση θανάτωση της μοιχαλίδας από τον απατημένο σύζυγο.
Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι η κοινωνία του αρχαίου Ισραήλ δεν εκτιμούσε την αξία της γυναίκας. Αντίθετα μάλιστα, η συναισθηματική φύση και τα ψυχικά και πνευματικά χαρίσματα των γυναικών επαινούνταν από τη θρησκευτική ηγεσία. «Όποιος δεν έχει γυναίκα δεν έχει τίποτα, δεν έχει βοηθό, δεν έχει καμιά χαρά, ούτε ευλογία, δε υπάρχει γι’ αυτόν λύτρωση», αποφαίνεται ένα ραβινικό κείμενο. Η γυναικεία αγάπη, φροντίδα και τρυφερότητα, συνεπώς, αναγορεύονται σε κριτήρια σωτηρίας για τον άνδρα. Ιδιαίτερα εκτιμούταν η γυναικεία ευσέβεια, διότι μια ευσεβής και ενάρετη γυναίκα έχει τον τρόπο να επηρεάσει θετικά τόσο το σύζυγο όσο και τα παιδιά της. Μάλιστα η ραβινική παράδοση εξαρτά την ηθική του ζευγαριού αποκλειστικά από τη γυναίκα, όταν βεβαιώνει πως αν κάποιος ευσεβής άνδρας νυμφευτεί μια πονηρή γυναίκα θα «χαλάσει» και αυτός, ενώ εάν μια ευσεβής γυναίκα παντρευτεί έναν πονηρό άνδρα σίγουρα θα τον μεταστρέψει στην αρετή. Το θηλυκό, λοιπόν, λόγω της ιδιαίτερης έλξης και υπόγειας δύναμης που ασκεί στο αρσενικό καθορίζει την πνευματικότητα της οικογένειας και της χαρίζει τον θρησκευτικό της προσανατολισμό. Μάλιστα τέτοια σημασία έδινε το αρχαίο Ισραήλ στο γεγονός αυτό, ώστε κάποιος θεωρούταν Εβραίος μονάχα εάν έχει γεννηθεί από Εβραία μάνα. Αυτό φανερώνει ότι ενώ σε νομικό-θεσμικό επίπεδο η γυναίκα αντιμετωπιζόταν ως υποδεέστερη, ως προς τα πνευματικά ζητήματα η προσφορά της θεωρούταν μέγιστη. Γι’ αυτό άλλωστε και η συμμετοχή τους στη λατρεία ήταν καθιερωμένη, ιδίως στις οικιακές τελετουργίες κατά τις μέρες των εορτών, ενώ τόσο στο Ναό του Σολόμωντος όσο και στις Συναγωγές υπήρχε ειδικός χώρος που λειτουργούσε ως αυλή των γυναικών. Όμως παρόλο που είχαν το δικαίωμα να προσφέρουν θυσίες όπως οι άνδρες, ήταν αποκλεισμένες από την τελετουργική ανάγνωση της Τορά που γίνεται κάθε Σάββατο στη Συναγωγή. Φυσικά, σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσαν οι γυναίκες να ενταχθούν στο Ιερατείο, καθώς λόγω των εμμήνων στερούνταν εκ φύσεως την άκρα τελετουργική καθαρότητα, που απαιτούσε από τον Ιερέα ο Μωσαϊκός Νόμος.[1]
 
2 Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΣΤΗ ΡΩΜΗ
 
            Στην Αθήνα κατά την κλασική περίοδο οι γυναίκες είχαν πολύ συγκεκριμένους ρόλους. Τους συνοψίζει επιγραμματικά η φράση του (Ψευδο)Δημοσθένη: «Ο γάμος υπάρχει για να γεννιούνται αγόρια που θα γίνουν Αθηναίοι πολίτες και κορίτσια που θα παντρευτούν με Αθηναίους πολίτες. Τις εταίρες τις έχουμε για την ηδονή, τις παλλακίδες για την καθημερινή φροντίδα του σώματος και τις συζύγους για να μάς γεννούν νόμιμα τέκνα και να φυλάνε το σπιτικό μας.» (Κατά Νεαίρας, 122) Οι προορισμένες για σύζυγοι, ήτοι οι γυναίκες που κατάγονταν από οικογένειες Αθηναίων πολιτών, παντρεύονταν στα δεκαπέντε ή δεκαέξι τους χρόνια και οδηγούταν στη οικεία του συζύγους τους για να περάσουν μια ζωή έγκλειστες, περίπου ως κατοικίδια. Απόλυτος προορισμός τους ήταν η τεκνογονία νόμιμων κληρονόμων –εξ ου και η κατ’ οίκων απομόνωση- καθώς και η φροντίδα του σπιτιού, ενώ οι δημόσιες εμφανίσεις τους ήταν σπάνιες. Φυσικά δεν ελάμβαναν συστηματική μόρφωση κι ούτε καν η μαρτυρία τους στα δικαστήρια δεν λαμβανόταν υπόψη, παρεκτός σε υποθέσεις ανθρωποκτονίας. Μοναχική, πληκτική και θλιμμένη ήταν εν πολλοίς η ζωή μιας Αθηναίας δέσποινας της εποχής, καθώς βίωνε την εγκατάλειψη από το σύζυγό της και τον αποκλεισμό από τα κοινά. Τα παιδιά της και οι δούλες που είχε στην υπηρεσία της, ελάχιστα μπορούσαν να αναπληρώσουν το κενό. Αυτήν την εικόνα έχοντας σίγουρα κατά νου, ο προσωκρατικός φιλόσοφος Θαλής λέγεται πως αισθανόταν τυχερός πρώτα που γεννήθηκε άνθρωπος και όχι κτήνος κι ύστερα που γεννήθηκε άνδρας και όχι γυναίκα. Η σχέση των Αθηναίων συζύγων θα μπορούσε να αναπαρασταθεί συμβολικά με τη σχέση Ερμή και Εστίας, γράψει ο βαθύς μελετητής της αρχαίας σκέψης, Jean-PierreVernant.[2]  Σύμφωνα με τη μυθολογία, ο πρώτος έχει ως έργο του τη περιπλάνηση στο δημόσιο χώρο, στην αγορά, είναι ο αγγελιοφόρος των Θεών, εσαεί περαστικός και ταξιδιώτης, πραματευτής και προστάτης του εμπορίου. Ειδικότητά του είναι τα υπαίθρια έργα. Αντίθετα η Εστία είναι αφιερωμένη στα ένδον έργα, στα οικοκυρικά, σεμνή προστάτιδα και σεβάσμια επιστάτης των υποθέσεων του οίκου, αιώνιος φύλακας της σταθερότητας, των κλειστών χώρων και την περιχαρακωμένης ζωής. Όλα τα παραπάνω απηχούν μια σαφή κοινωνική ιεραρχία των φύλων και παγιώνουν σχέσεις εξάρτησης, υποταγής και ανισότητας.
Οι εταίρες είχαν διαφορετική τύχη. Μπορεί, ως ξένες, να μην είχαν πολιτικά δικαιώματα, όμως λόγω της πολλής συνάφειας με τους άνδρες είχαν πρόσβαση στη μόρφωση. Γι’ αυτό και δεν είναι σωστό να τις θεωρήσει κανείς πόρνες. Η συμμετοχή τους στα δείπνα και στα συμπόσια τούς εξασφάλιζε τακτική επαφή με την τέχνη, τη φιλοσοφία και την πολιτική, με αποτέλεσμα οι άνδρες της εποχής εκτός από τα κάλλη τους να γοητεύονται και από το πνεύμα και την εξυπνάδα τους. Από πολλές απόψεις υπήρξαν οι πιο χειραφετημένες γυναίκες της αρχαιότητας, και θρυλικές μορφές, όπως η Ασπασία από τη Μίλητο, σύντροφος του Περικλή, η Φρύνη από τη Βοιωτία και η Λαΐδα από τη Σικελία, το αποδεικνύουν.
Το φαινόμενο της παλλακείας, από την άλλη, της σύναψης δηλαδή από το σύζυγο μιας παράνομης σχέσης, παράλληλης με το νόμιμο γάμο του, με μια απελεύθερη ή δούλη συνήθως γυναίκα, ήταν αρκετά διαδεδομένο στην αρχαία Ελλάδα. Από άποψη νομικών δικαιωμάτων, η παλλακίδα είχε υποδεέστερη σχέση ως προς τη σύζυγο και ανώτερη από μια εταίρα. Ο θεσμός άνθησε κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, όπου αναβαθμίστηκε και θεσμικά, ενώ μεγάλη διάδοση είχε και στο Βυζάντιο, παρ’ όλες τις αντιρρήσεις της Εκκλησίας.
Όμως αρχαία Ελλάδα δεν ήταν μόνο η Αθήνα. Πολύ πιο ελεύθερες και αξιοσέβαστες ήταν οι γυναίκες στην αρχαία Σπάρτη. Ζώντας σε μια στρατοκρατική κοινωνία είχαν κι αυτές ως κύριο σκοπό της ζωής τους τη γέννηση πολλών και εύρωστων αρσενικών παιδιών. Εντούτοις το έργο τους αυτό δεν ήταν παθητικό. Οι Σπαρτιάτες θεωρούσαν απαραίτητο να μορφώνουν τα κορίτσια τους και να τα εκπαιδεύουν ψυχικά και σωματικά, ώστε να γίνουν δυνατές, γενναίες και έξυπνες μητέρες δυνατών, γενναίων και έξυπνων γιών. Προς το σκοπό αυτό από μικρή ηλικία τα κορίτσια αθλούνταν συστηματικά, συμμετείχαν σε γυμναστικούς αγώνες, έπαιρναν μέρος στις θρησκευτικές γιορτές της πόλης, παρακολουθούσαν μαθήματα και γενικώς είχαν έντονη παρουσία στη δημόσια ζωή της πόλης. Αυτό δεν γινόταν μόνο για να εκπαιδευτούν ως άξιες σπαρτιάτισσες μητέρες, αλλά και για να δοθεί η ευκαιρία στους νέους της πόλης να ξεχωρίσουν τα κορίτσια που ήταν σε θέση να εξασφαλίσουν τους υγιέστερους και καλύτερους απογόνους. Ήταν δηλαδή η εκπαίδευση των κοριτσιών στη Σπάρτη ενταγμένη σε μια δημόσια δοκιμασία φυσικής επιλογής, προκειμένου να επιβιώσουν οι ικανότεροι κατά τα πρότυπα της ευγονικής ιδεολογίας της πόλης.
Μόλις ενηλικιώνονταν τα τέκνα των σπαρτιατών ετίθεντο υπό κρατική κηδεμονία και ακολουθούσαν στρατιωτική υπηρεσία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα σε νεαρή σχετικά ηλικία οι σπαρτιάτισσες να βρίσκονται με αρκετό ελεύθερο χρόνο στη διάθεσή τους, για να ασχοληθούν με τα κοινά ή με τις ιδιωτικές τους υποθέσεις. Ποτέ φυσικά δεν έφταναν σε κατάσταση ισότητας με τους άνδρες, καθώς ήταν υποταγμένες στους πατέρες και τους συζύγους τους, όμως ζούσαν σε ένα πιο ασφαλές περιβάλλον, καθώς υπήρχε αυστηρή μονογαμία και το διαζύγιο δεν ήταν τόσο απλή υπόθεση όσο σε άλλες περιοχές. Η ατεκνία ήταν η συνηθέστερη αιτία που ωθούσε έναν σπαρτιάτη να χωρίσει τη γυναίκα του και να την αντικαταστήσει με άλλη.
Αξίζει να κλείσουμε την αναφορά μας στην αρχαία Ελλάδα με τη Μακεδονία. Διότι εκεί η γυναίκα γνώρισε τη στιγμή της μεγαλύτερης αίγλης και επιρροής της στον αρχαίο κόσμο. Συσκεπτόταν με τον άνδρα για τα κοινά ζητήματα, λάμβανε ανώτερη παιδεία, συμμετείχε στη δημόσια λατρεία, έκτιζε ναούς, ίδρυε πόλεις, διοικούσε στρατεύματα και γενικώς διεκδικούσε μια θέση αν όχι ίση πάντως ανάλογη μ’ εκείνη του άνδρα. Αρκεί να θυμηθούμε κάποιες ιστορικές γυναικείες μορφές από τη Μακεδονία για να το κατανοήσουμε αυτό: την Θεσσαλονίκη, κόρη του Φιλίππου, που χάρισε το όνομά της στην πρωτεύουσα του βασιλείου, την Ολυμπιάδα, μητέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου και την Ευρυδίκη, που κυβέρνησαν τη Μακεδονία ή την Αρσινόη κόρη του Πτολεμαίου του Σωτήρος, που βασίλεψε ως επίτροπος στην Αίγυπτο, προεικονίζοντας την τελευταία βασίλισσα του Ελληνιστικού κόσμου, την περίφημη Κλεοπάτρα. Όλες γυναίκες ισχυρές και σεβάσμιες. Φυσικά πέραν από την αριστοκρατία, οι γυναίκες από τα φτωχά τμήματα του λαού ήταν πολύ πιο υποβαθμισμένες, όχι τόσο σε δικαιώματα, όσο ως προς τη δυνατότητα και τις ευκαιρίες που είχαν για να τα ασκήσουν. Αυτό, όμως ισχύει παντού και σε όλες τις εποχές.
Η θέση της γυναίκας στη Μακεδονία έχει το αντίστοιχό της μονάχα στα παράλια της Ιωνίας. Εκεί οι γυναίκες συμμετείχαν στα κοινά και καταλάμβαναν δημόσια αξιώματα, είχαν σημαντικό ρόλο στη λατρεία, ενώ μπορούσαν να διατηρούν ατομική περιουσία και να διαχειρίζονται κατά βούληση την περιουσία των τεθνεώτων συζύγων τους. Οι θρησκευτικές τελετουργίες ήταν και εδώ, όπως και στην ηπειρωτική Ελλάδα προνομιακό πεδίο εκδήλωσης του γυναικείου ψυχισμού. Αρκεί να θυμηθούμε εδώ την Πυθία, σεβάσμια στο πανελλήνιο πρωθιερέα του Απόλλωνα στους Δελφούς. Ή να αναλογιστούμε την μαζική συμμετοχή των γυναικών στα Ελευσίνια μυστήρια και στη λατρεία του Διονύσου (Βάκχες). Ή ακόμα να σκεφτούμε τις υπηρεσίες που προσέφεραν στο κοινό οι αφιερωμένες στα ιερά των Θεών κοπέλες σε διάφορα μέση του ελληνιστικού κόσμου. Ιδιαίτερα οι οργιαστικές, παγανιστικές λατρείες που συνδέονταν με τη βλάστηση, τη γονιμότητα και την αναπαραγωγή αποτελούσαν σε μεγάλο βαθμό γυναικεία υπόθεση. Η φύση, η γονιμότητα, η νύχτα και η σελήνη, τα αιώνια σύμβολα του θηλυκού, ήταν οργανικά ενταγμένα στο κοσμοείδωλο του παγανισμού και τροφοδοτούσαν την αρχαία θρησκευτικότητα με έντονες υπαρξιακές εμπειρίες και δημιουργικές ενοράσεις.      
 
Μονάχα δυο λόγια θα πω για τη Ρώμη και θα προχωρήσω στη διαφορετική αντίληψη για τη γυναίκα που εισηγήθηκε ο Χριστιανισμός. Κι αυτό γιατί η ρωμαϊκή αυτοκρατορία απετέλεσε το άμεσο ιστορικό και πολιτισμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο γεννήθηκε και με το οποίο αλληλεπίδρασε η νέα θρησκεία. Με μια φράση θα λέγαμε ότι οι ρωμαίες ματρώνες, ιδιαίτερα όσες ανήκαν στις τάξεις των ευγενών και των συγκλητικών, ήταν πολύ περισσότερο μορφωμένες, ελεύθερες και με μεγαλύτερη συμμετοχή στα κοινά από τις δέσποινες της αρχαίας Ελλάδας, όμως υπολείπονταν της θέσης των γυναικών της Μακεδονίας. Παρά την αυστηρά πατριαρχική δομή που είχε και η ρωμαϊκή κοινωνία (μάλιστα, σε αντίθεση με τους Έλληνες και τους Εβραίους, οι Ρωμαίοι αρχηγοί του οίκου είχαν δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω στα θηλυκά μέλη της οικογένειας), εντούτοις έδινε εξαιρετική βαρύτητα στην εκπαίδευση των κοριτσιών, διότι την αντιλαμβανόταν ως διαδικασία ενδυνάμωσης και βελτίωσης της γυναίκας. Κατά συνέπεια, ως πιο μορφωμένες, οι ρωμαίες είχαν πολιτικά δικαιώματα, έντονη δημόσια παρουσία και κάποτε ασκούσαν σημαντική πολιτική επιρροή. Έχοντας αναθέσει το νοικοκυριό σε δούλες και υπηρέτριες και την ανατροφή των τέκνων σε τροφούς, οι ματρώνες των ανωτέρων τάξεων κυκλοφορούσαν στην αγορά, παρακολουθούσαν τα δημόσια θεάματα και τους θρησκευτικούς εορτασμούς, ενώ ταυτόχρονα είχαν την επίβλεψη όλων των υποθέσεων του οίκου, καθώς οι σύζυγοί τους απουσίαζαν για μεγάλα χρονικά διαστήματα λόγω των πολέμων και των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Ως προς τη θρησκευτικότητα, οι ρωμαίες είχαν ιδιαίτερη προτίμηση στις μυστηριακές θρησκείες που ερχόντουσαν από την Ανατολή, με πρώτη και κύρια τη λατρεία της αιγυπτιακής θεάς Ίσιδας. Σε αντίθεση με την αυστηρή, ιεραρχικά άκαμπτη και ανέραστη επίσημη κρατική λατρεία –την οποία διακονούσαν οι σεβάσμιες Εστιάδες Παρθένες- οι εισαγόμενες λατρείες ήταν εξισωτικές, αδιαφορούσαν για την κοινωνική τάξη και την οικονομική κατάσταση των συμμετεχόντων και ήταν ανοιχτές σε όλους. Ταυτόχρονα, ήταν λατρείες με πλούσιο συναισθηματικό και συμβολικό δυναμικό, που ταίριαζε στη γυναικεία ψυχοσύνθεση και απηχούσε τη γυναικεία κοινωνική λειτουργικότητα. Ήταν λατρείες θηλυκές, συγχωρητικές και συμπονετικές, που υπόσχονταν όλα εκείνα που κυρίως είχαν ανάγκη οι γυναίκες της εποχής: θεραπεία, συμπόνια και παρηγοριά, γονιμότητα, ευλογία και έλεος.[3]
 
3 Ο ΙΗΣΟΥΣ ΚΑΙ Η ΓΥΝΑΙΚΑ
 
            Η σύντομη αναφορά που προηγήθηκε ήταν απαραίτητη προκειμένου να συλλάβουμε κάπως το πλαίσιο μέσα στο οποίο εμφανίζεται το Ευαγγέλιο. Αν δεν γνωρίζουμε το πλαίσιο αυτό είναι αδύνατον να εκτιμήσουμε ορθά την καινούργια αντίληψη που έφερε το έργο και το κήρυγμα του Ιησού Χριστού για τη ζωή και τη θέση των γυναικών μέσα στην ιστορία.
            Τα Ευαγγέλια αναφέρουν πολλές περιπτώσεις συναναστροφής του Ιησού με γυναίκες. Κυκλοφορώντας ελεύθερα ανάμεσα στο λαό, ο Κύριος συχνά μιλούσε με γυναίκες, μιλούσε για τις γυναίκες και φυσικά θεράπευε γυναίκες. Να θυμίσω εδώ μονάχα τις περιπτώσεις της συνάντησης με τη Σαμαρείτισσα στο πηγάδι του Ιακώβ (Ιω. 4:1-42), τη φιλοξενία στο σπίτι της Μάρθας και της Μαρίας (Λκ. 10:38-42), τη συγχώρηση της αμαρτωλής που άλειψε τα πόδια του με μύρο στην οικεία του Φαρισαίου Σίμωνα (Λκ. 7:36-50), τη θεραπεία της πεθεράς του Πέτρου (Λκ. 4:38-39), της γυναίκας με τη αιμορραγία, της κόρης του Ιάειρου (Μκ. 5:21-43) και πολλές άλλες. Και φυσικά, πρώτη απ’ όλες και πιο σημαντική ήταν η σχέση του με τη μητέρα του, την Παρθένο Μαρία –σχέση, που όμως, πρέπει να επισημάνουμε, αποσπάται από τους βιολογικούς καθορισμούς και επαναπροσδιορίζεται στο πλαίσιο της αποστολής που είχε αναλάβει ο Ιησούς να φανερώσει το θέλημα του Πατρός. Ήδη η συναναστροφή αυτή ήταν κάτι το ασυνήθιστο για την εποχή, καθώς η ραβινική παράδοση αντιμετώπιζε τη γυναίκα ως κατά βάση ακάθαρτη ύπαρξη και αφορμή πειρασμού –γι’ αυτό και δεν επιτρεπόταν στον άνδρα ούτε να αγγίξει κάποια γυναίκα, άλλη από τη σύζυγό του. Με τη στάση του ο Ιησούς ακυρώνει αυτή τη θεώρηση και αποκαλύπτει όψεις του κοινωνικού και θρησκευτικού μηχανισμού που την έχει μετατρέψει σε θύμα. Ασφαλώς και ο Ιησούς κινείται εντός ενός πατριαρχικού και ανδροκρατικού κοινωνικού δεδομένου, ωστόσο όλες του οι παρεμβάσεις και οι πράξεις στοχεύουν προς την κατεύθυνση της ριζικής ανατροπής του στο πλαίσιο της Βασιλείας του Θεού.
Έτσι, στο θέμα του διαζυγίου (Μτ. 5:31-32, 19:1-9, Μκ. 10:11-12, Λκ. 16:18), για παράδειγμα, ο Ιησούς ενάντια στη σκληροκαρδία του Μωσαϊκού Νόμου που επέτρεπε τη λύση του γάμου για ασήμαντες αιτίες, απαγορεύει εξ ολοκλήρου το διαζύγιο, «παρεκτός λόγου πορνείας». Και μάλιστα προσθέτει με νόημα ότι εκείνος που χωρίζει τη σύζυγό του, αφενός την εξωθεί στη μοιχεία κι αφετέρου περιπίπτει κι αυτός στο ίδιο αμάρτημα. Σήμερα η διατύπωση αυτή ίσως να φαντάζει υπερβολικά ασφυκτική για τους συζύγους. Ωστόσο, για να την ερμηνεύσουμε σωστά θα πρέπει να την εντάξουμε στο κοινωνικό και ιστορικό συμφραζόμενο της εποχής εκείνης, όπως το περιγράψαμε προηγουμένως. Θα καταλάβουμε τότε ότι ο Κύριος λέγοντας αυτά ουσιαστικά θέλει να προστατεύσει τη γυναίκα από την ανδρική αυθαιρεσία, και να της προσφέρει ασφάλεια μέσα σε ένα άλυτο γάμο. Γι’ αυτό και επαναλαμβάνει στη συνάφεια αυτή το πρώτο ερωτικό ποίημα στην ιστορία της ανθρωπότητας, τον ύμνο του πρωτόπλαστου Αδάμ μόλις αντίκρισε εκστατικός τη σύντροφό του Εύα: «ένεκεν τούτου καταλείψει άνθρωπος τον πατέρα αυτού και τη μητέρα και κολληθήσεται τη γυναικί αυτού, και έσονται οι δυο εις σάρκα μίαν», και συμπληρώνει «ώστε ουκέτι εισί δύο, αλλά σαρξ μία. Ο ουν ο Θεός συνέζευξεν, άνθρωπος μη χωριζέτω». Αυτή η αναγωγή της μονογαμικής συνάφειας ανδρός και γυναικός στην εκ Θεού δημιουργία των δυο φύλων βεβαιώνει την απόλυτη ιερότητά της και καθιστά τη λύση της παράβαση του Θείου θελήματος. Ωστόσο, ο Νόμος του Μωυσή επέτρεπε τη λύση του γάμου, οπότε με την παρέμβασή του ο Ιησούς ουσιαστικά στηλιτεύει το Νόμο ως πηγή αμαρτία, κάτι που κάνει συστηματικά και σε άλλες περιπτώσεις, και που θα επεξεργαστεί αργότερα με θεολογική εμβρίθεια ο Απόστολος Παύλος. Σχετικοποιώντας, όμως, την ισχύ του Νόμου, που ήταν για αιώνες το θεμέλιο της πατριαρχικής θέσμισης του Ισραήλ, ο Ιησούς στην ουσία κλονίζει όλο το οικοδόμημα. Και καταγγέλλει την υποκρισία των ανδρών που δημιουργούν άδικους νόμους για να αποποιηθούν τις ευθύνες τους και να συγκαλύψουν την ενοχή τους. Την ίδια ακριβώς αντιμετώπιση ενάντια στην μεροληπτική υπέρ των ανδρών νομοθεσία ξαναβρίσκουμε αιώνες αργότερα στον Γρηγόριο το Θεολόγο, που με αγανάκτηση παρατηρεί: «άνδρες ήσαν οι νομοθετούντες, δια τούτο κατά γυναικών η νομοθεσία […] Ου δέχομαι ταύτην την νομοθεσίαν, ουκ επαινώ την συνήθειαν».[4] Αποκαλύπτοντας το μέγεθος του ανδρικού εγωισμού που δόλια χρησιμοποιεί προς όφελός του το Νόμο και έχει ως συνέπεια τη διάλυση του γάμου και την εξώθηση της γυναίκας στη μοιχεία, ο Ιησούς καταρρίπτει τα κοινωνικά στερεότυπα περί της γυναίκας ως μονίμως ύποπτης για μοιχεία και ως περιφερόμενου πειρασμού που προκαλεί τους άνδρες σε απιστία. Από τι στιγμή που ο άνδρας είναι εκείνος που έχει το δικαίωμα να διαλύσει το γάμο, είναι και ο κύριος υπεύθυνος για τη διατήρηση της ενότητάς του. Κι αν εκθέσει τη γυναίκα του στην ανασφάλεια και στους πραγματικούς και ηθικούς κινδύνους που συνεπάγεται η αποπομπή της διαπράττει παράβαση του Θείου θελήματος. Καθαρά και ξάστερα. Το ότι ο λόγος αυτός ήταν εξαιρετικά σκληρός για την εποχή του –αλλά και για την εποχή μας- ανατρεπτικός και ριζοσπαστικός, φαίνεται και από την αντίδραση των μαθητών που ήταν παρόντες και τον άκουσαν: «αν είναι έτσι τα πράγματα, τότε καλύτερα να μην παντρεύεται κανείς». Διακρίνεται, νομίζω, καθαρά στα λόγια τους η απογοήτευση και ο τρόμος που καταλαμβάνει το αρσενικό μπροστά στην πιθανότητα αποδόμησης της εξουσίας του.   
Ανάλογης ποιότητας και διάθεσης είναι και η παρέμβαση του Κυρίου όταν ρωτήθηκε για το αν πρέπει να λιθοδομηθεί ή όχι μια γυναίκα που είχε συλληφθεί για μοιχεία. (Ιω. 8:1-11) Ο Ιησούς καθυστερεί να απαντήσει, αηδιασμένος πιθανότατα από την υποκριτική και ύπουλη διάθεση των Φαρισαίων να τον παγιδεύσουν με αφορμή την επικείμενη αιματηρή θανάτωση μιας τραγικής ύπαρξης. Όταν όμως σήκωσε το κεφάλι και απάντησε, αποκάλυψε για μια ακόμη φορά τη σαθρότητα και την απανθρωπιά των νόμων της ανδροκρατούμενης κοινωνίας. Διότι ενώ καταδικάζουν με περισσή σκληρότητα το ηθικό παράπτωμα της άπιστης γυναίκας, αφήνουν παντελώς ατιμώρητη την ηδονοθηρική και ανεύθυνη επιβουλή του εραστή της. Η γυναικεία επιθυμία κολάζεται ενώ η ανδρική λαγνεία αθωώνεται. Εκεί στην αυλή των γυναικών στο Ναό του Σολομώντα σύρθηκε για να εκτελεστεί ατιμωτικά μονάχα το θηλυκό, ενώ το αρσενικό μπορεί να συνεχίσει τη ζωή του –ίσως και να παρακολουθεί το λιθοβολισμό από μακριά. Και ένοχος δεν είναι μόνο αυτός αλλά και όλοι οι παρευρισκόμενοι, που ανέχονται και επικροτούν μια τέτοια άδικη κατάσταση, έτοιμοι να θυσιάσουν ένα εξιλαστήριο θύμα. Μπορούν κρυφτούν από το νόμο, όμως δεν μπορούν να κρύψουν την ενοχή τους από τον Θεό. Αυτήν τους καλεί να αναλογιστούν ο Ιησούς, καθιστώντας ουσιαστικά την εκτέλεση αδύνατη. Σύμφωνα με τον νόμο, την πρώτη πέτρα στις περιπτώσεις αυτές την πετούσαν οι αυτόπτες μάρτυρες που είχαν συλλάβει τη μοιχαλίδα πάνω στην πράξη. Λέγοντας ο Ιησούς «ο αναμάρτητος υμών πρώτος βαλέτω λίθον επ’ αυτής» ξεγυμνώνει τη δολιότητα των μαρτύρων και φανερώνει ότι πιθανότατα η συγκεκριμένη κατηγορία περί μοιχείας δεν ευσταθούσε. Τελικά το διψασμένο για αίμα πλήθος αποχωρεί ντροπιασμένο, και ο Ιησούς πλησιάζει την ατιμασμένη, κατασυκοφαντημένη και ταπεινωμένη ύπαρξη που τρέμει από άγχος θανάτου στο κέντρο της αυλής, για να την λυτρώσει από την ενοχή και να της προσφέρει τη συγχώρηση που θα της αλλάξει τη ζωή.
Έτσι στάθηκε ο Κύριος δίπλα στη γυναίκα: με σεβασμό, αγάπη κα ευσπλαχνία. Διότι  στη Βασιλεία του Θεού, πού είναι το κέντρο και η ουσία του κηρύγματος και της δράσης του, δεν χωράνε διακρίσεις και ανισότητες, αντιστρέφονται οι κοινωνικές νόρμες και καταλύεται η ισχύς του νόμου που καθιερώνει και αναπαράγει την αδικία. Εκείνος, που υπήρξε το μέγα θύμα της ιστορίας στέκεται δίπλα σε όλα τα θύματα ενός απάνθρωπου κόσμου, ενός κόσμου παρακμής, έσχατης εκμετάλλευσης και στυγνής καταπίεσης. Και η γυναίκα είναι το μόνιμο θύμα ενός τέτοιου κόσμου.       
 
Ανταποκρινόμενες στην τρυφερότητα του Ιησού και έχοντας λάβει πείρα των ευεργεσιών του, πολλές γυναίκες εντάχθηκαν από νωρίς στην ακολουθία του. «Λίγο καιρό αργότερα», αναφέρει ο ευαγγελιστής Λουκάς «ο Ιησούς περιόδευε από πόλη σε πόλη και από χωριό σε χωριό, κηρύττοντας και φέρνοντας το χαρμόσυνο άγγελμα της βασιλείας του Θεού. Μαζί του ήταν και οι δώδεκα μαθητές του, καθώς και μερικές γυναίκες, που είχαν θεραπευθεί από αρρώστιες και βάσανα, από δαιμονικά πνεύματα και ασθένειες. Αυτές ήταν η Μαρία, που ονομαζόταν Μαγδαληνή, απ’ την οποία ο Ιησούς είχε βγάλει εφτά δαιμόνια, η Ιωάννα η γυναίκα του Χουζά, αξιωματούχου του Ηρώδη, η Σουσάννα και άλλες πολλές που χρησιμοποιούσαν τα υπάρχοντα τους για να υπηρετήσουν τον Ιησού.» (Λκ.8:1-3) Οι γυναίκες αυτές μαζί με πλήθος άλλες συγκροτούσαν τον κύκλο των γυναικών που μαθήτευαν στον Ιησού, και συνήθως ήταν επιφορτισμένες με την καθημερινή διακονία του Κυρίου και των Δώδεκα. Το γεγονός αυτό είναι από μόνο του πρωτοφανές, καθώς η ιστορική έρευνα βεβαιώνει ότι στον αρχαίο Ισραήλ δεν έχουμε άλλη περίπτωση γυναικών να ακολουθούν ως μαθήτριες κάποιο ραβίνο ή διδάσκαλο. Για άλλη μια φορά, λοιπόν, ο Ιησούς δεν διστάσει να ανατρέψει κατεστημένες αντιλήψεις και να ανοίξει την ευλογία της σωτηρίας που προσφέρει ελεύθερα προς όλους, ανεξαρτήτως φύλου ή κοινωνικής προέλευσης. Αυτό το τελευταίο συνάγεται και από τη σύσταση του γυναικείου ομίλου που αναφέρει ο Λουκάς. Μια ασήμαντη και μέχρι πρότινος βαριά άρρωστη γυναίκα από την επαρχία, η Μαρία από τα Μάγδαλα, βρίσκεται ως ισότιμο μέλος στον ίδιο κύκλο με την Ιωάννα, τη σύζυγο του υπουργού οικονομικών του βασιλιά Ηρώδη.
Φυσικά, η επαναστατική αυτή πρωτοπορία έχει και τα όριά της: ο Κύριος δεν επιλέγει καμιά γυναίκα να ενταχθεί στον κύκλο των Δώδεκα μαθητών, που είναι οι στενοί φίλοι και συνεργάτες του. Αυτό δεν αποδεικνύει, βέβαια, κάποιου είδους διάκριση κατά των γυναικών. Μπορεί κάλλιστα να σημαίνει ότι καμιά από τις ακολούθους του δεν ήταν σε θέση ή δεν είχε τη δυνατότητα να ανταποκριθεί στο έργο που καλούνταν να αναλάβουν οι Δώδεκα. Εντούτοις, εάν λάβει κανείς υπόψη τις αντιλήψεις του Ιησού περί διαζυγίου και μοιχεία που είδαμε παραπάνω, δικαιούται εύλογα να υποθέσει ότι ο Ιησούς όντως αναγνώριζε το πρωτείο του άνδρα, όμως το ανανοηματοδοτούσε όχι πια ως πρωτείο δικαιωμάτων, αλλά ως πρωτείο ευθύνης και υποχρεώσεων. Ίσως γι’ αυτό και μόνο οι Δώδεκα να επιλέχθηκαν άνδρες: για να έχουν περισσότερες ευθύνες και να προπορεύονται των γυναικών στα δύσκολα και στα επικίνδυνα, στα οποία τους κάλεσε ο Κύριος. Χώρια που σε μια πατριαρχική και ανδροκρατούμενη κοινωνία, ένας άνδρας είχε ευκολότερη πρόσβαση στο δημόσιο χώρο και αποτελεσματικότερη δράση απ’ ό,τι μια γυναίκα. Περισσότερο, λοιπόν, σε πρακτικούς παρά σε θεολογικούς λόγους πρέπει να αποδώσουμε την επιλογή των Δώδεκα –και αυτό κρατήστε το στη μνήμη σας, γιατί αφορά σε ζητήματα όπως η ιεροσύνη των γυναικών, που συνεχίζουν να διχάζουν το σώμα της Εκκλησίας.
Ξαναβρίσκουμε τον κύκλο των αγαπημένων μαθητριών του Ιησού κάτω από το Σταυρό, μόνες αυτές να συμπαραστέκονται στον πόνο της μητέρας του, σε αντίθεση με τους Δώδεκα, που με εξαίρεση τον αγαπημένο μαθητή, τον νεαρό Ιωάννη, έχουν τραπεί σε φυγή χάνοντας το θάρρος και την ελπίδα τους. «Εκεί βρίσκονταν και μερικές γυναίκες που παρακολουθούσαν από μακριά. Ανάμεσά σ’ αυτές και η Μαρία η Μαγδαληνή, η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου του νεώτερου και του Ιωσή και η Σαλώμη. Αυτές κι όταν ο Ιησούς ήταν στη Γαλιλαία τον ακολουθούσαν και τον υπηρετούσαν. Μαζί μ’ αυτές ήταν εκεί και πολλές άλλες γυναίκες, που είχαν ανεβεί μαζί του στα Ιεροσόλυμα.» (Μκ. 15:40-41) Αυτές τις γυναίκες αξίωσε ο Θεός να δουν πρώτες τον καινό τάφο, να πατήσουν το πόδι τους στα Άγια των Αγίων της σωτηρία, εκεί που πατήθηκε ο θάνατος και νικήθηκε ο Άδης. «Όταν πέρασε το Σάββατο, η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου, και η Σαλώμη αγόρασαν αρώματα για να πάνε να αλείψουν το σώμα του Ιησού. Ήρθαν στο μνήμα πολύ πρωί την επομένη του Σαββάτου, μόλις ανέτειλε ο ήλιος. Κι έλεγαν μεταξύ τους: ‘’Ποιος θα μας κυλήσει την πέτρα από την είσοδο του μνήματος;’’ Γιατί ήταν πάρα πολύ μεγάλη. Μόλις όμως κοίταξαν προς τα ‘κει, παρατήρησαν ότι η πέτρα είχε κυλήσει από τον τόπο της. Μόλις μπήκαν στο μνήμα, είδαν ένα νεαρό με λευκή στολή να κάθεται στα δεξιά, και τρόμαξαν. Αυτός όμως τους είπε ‘’Μην τρομάζετε. Ψάχνετε για τον Ιησού από τη Ναζαρέτ, το σταυρωμένο. Αναστήθηκε. Δεν είναι εδώ.» (Μκ. 16:1-6) Η αγάπη και η φροντίδα τους ανταμείφθηκε με το να γίνουν οι πρώτοι μάρτυρες του θεμελιωτικού συμβάντος της πίστης μας, της Ανάστασης του Θεανθρώπου. Αυτές μετέφεραν το συνταρακτικό νέο στους τρομοκρατημένους, δύσπιστους και καταβεβλημένους Δώδεκα, αναστηλώσαν την πίστη τους, και μέσω αυτών το μήνυμα της σωτηρίας απλώθηκε στα τετραπέρατα της Οικουμένης. Οι ευλογημένες Μυροφόρες έγιναν οι πρώτες ευαγγελίστριες και η τιμή αυτή αποδεικνύει την ιδιαίτερη ευδοκία του Θεού προς τις γυναίκες που αφιερώνουν τον εαυτό τους στην αγάπη του Χριστού και στην υπηρεσία του ανθρώπου.      
 
4 ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
           
            Από κει κι ύστερα το θέμα των γυναικών έρχεται στα χέρια του Αποστόλου Παύλου. Από τις επιστολές του, όπως και από ορισμένα άλλα πρώιμα εκκλησιαστικά και πατερικά κείμενα με μεγάλο κύρος, είναι κυρίως που πληροφορούμαστε για τη θέση και το ρόλο της γυναίκας στις πρώτες εκκλησιαστικές κοινότητες. Έτσι γνωρίζουμε σήμερα ότι οι χριστιανές γυναίκες συμμετείχαν ενεργά στην ιεραποστολική δράση, καθώς και στην λειτουργική και κοινωνική ζωή της αρχαίας Εκκλησίας. Μαζί με τους παραδοσιακούς ρόλους τους ως σύζυγοι και μητέρες, οι ακόλουθοι της νέας πίστης ανέλαβαν και νέα καθήκοντα, για πρώτη φορά στην ιστορία. Δραστηριοποιήθηκαν δημόσια ως κήρυκες του Ευαγγελίου σε χώρους όπου η ανδρική πρόσβαση δεν ήταν δυνατή, όπως γυναικωνίτες ή για γενικά χώρους γυναικείας συναναστροφής. Έτσι έχουμε γυναίκες που διαθέτουν το χάρισμα της προφητείας, όχι φυσικά με την έννοια της πρόγνωσης των μελλόντων, αλλά με την εκκλησιαστική έννοια της κατανόησης και αποκάλυψης του θελήματος του Θεού στη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία. Έχουμε διακόνισσες, που ήταν συνεργάτιδες και βοηθοί των αποστόλων –όπως η Φοίβη, που αναφέρει ο Παύλος στο Ρωμ. 16:1-2. Οι διακόνισσες ειδικά συνιστούσαν διακεκριμένη τάξη μέσα στην πρώτη Εκκλησία με μεγάλο εύρος καθηκόντων: ασκούσαν έργα αγάπης, ελεούσαν τους ενδεείς, επισκέπτονταν τους ασθενείς και φρόντιζαν ως νοσοκόμες τους πάσχοντες. Συμπαραστέκονταν στους φυλακισμένους και διωκόμενους, μετέφεραν τη Θεία Κοινωνία στις γυναικείες φυλακές, γηροκομούσαν της ηλικιωμένους, κατηχούσαν τις γυναίκες που επρόκειτο να βαπτιστούν, μεριμνούσαν για τη μόρφωση των παιδιών και τη ανατροφή των ορφανών, συμβούλευαν τις γυναίκες σε ζητήματα γάμου και οικογένειας. Μα πάνω απ’ όλα φρόντιζαν για την ευταξία στο γυναικωνίτη την ώρα της λατρείας και βοηθούσαν καίρια κατά το βάπτισμα των γυναικών, διενεργώντας εκείνες για λόγους ευπρεπείας την έκδυση και ένδυση των βαπτιζομένων, όσο και τη χρίση του σώματος αυτών με το επορκιστόν έλαιον και το άγιο μύρο -ενώ ο ιερέας έχριε μονάχα το μέτωπό τους. Ένα πράγμα αξίζει να σημειώσουμε εδώ: είναι πλέον απολύτως βεβαιωμένο από την έρευνα ότι οι διακόνισσες αναλάμβαναν τα καθήκοντά τους αυτά μετά από μυστηριακή χειροτονία, κατά τα πρότυπα της χειροτονίας των ανδρών διακόνων που γνωρίζουμε μέχρι σήμερα, και όχι δι’  απλής χειροθεσία όπως συνήθως υποστηρίζεται. Αυτό σημαίνει ότι η ιεροσύνη των γυναικών δεν ήταν άγνωστη πρακτική στην αρχαία Εκκλησία, αλλά και στο Βυζάντιο. Καθ’ όλη τη διάρκεια της βυζαντινής περιόδου υπήρξε μέγα πλήθος διακονισσών που υπηρετούσαν την Εκκλησία -με πιο γνωστή ίσως την αγία Ολυμπιάδα, που ήταν το δεξί χέρι του Χρυσοστόμου, και της οποίας τη μνήμη εορτάζουμε στις 25 Ιουλίου. Μάλιστα υπάρχουν και νόμοι της Πολιτείας που αναφέρονται στις διακόνισσες. Η 6η Νεαρά του Ιουστινιανού έχει τον αποκαλυπτικό τίτλο «Περί του πως δει χειροτονείσθαι τους επισκόπους και πρεσβυτέρους και διακόνους, άρρενας και θήλειας», ενώ η 3η Νεαρά κανονίζει ότι στο ναό της Αγίας Σοφίας ανάμεσα στους 425 κληρικούς πρέπει να υπηρετούν και 40 διακόνισσες. Επιπλέον, διακόνισσες προσέφεραν υπηρεσίες σε φιλανθρωπικά ιδρύματα, εκκλησιαστικά νοσοκομεία και μοναστήρια. Όλα αυτά δείχνουν ότι το ζήτημα της ιεροσύνης των γυναικών που τόσο πολύ διχάζει την Ορθόδοξη Εκκλησία σήμερα είχε λυθεί με τον καλύτερο τρόπο κατά το παρελθόν. Ως προς αυτό –όπως και σε πολλά άλλα φοβούμαι– αντί να πηγαίνουμε μπροστά πάμε πίσω ως Εκκλησία. Κατεστημένα ήθη ξένα προς τη θεολογική αλήθεια της παράδοσης και θλιβερά απομεινάρια στρεβλών κοινωνικών στερεοτύπων, τροφοδοτούν ανεξήγητες φοβίες και μισογυνικά συμπλέγματα, που μας εμποδίζουν να προχωρήσουμε στον τομέα αυτό. Αλλά το ζήτημα αυτό θέλει μεγάλη συζήτηση, καθαρότητα προσθέσεων και θεολογική τόλμη, που μάλλον δεν διαθέτουμε –πλην ελαχίστων εξαιρέσεων (ο Άγιος Νεκτάριος και οι Αρχιεπίσκοποι Χρυσόστομος Παπαδόπουλος και Χριστόδουλος δεν δίστασαν να χειροτονήσουν διακόνισσες.)      
           
            Αλλά ας επιστρέψουμε στην παύλεια θεολογία της γυναίκας, διότι εκεί εντοπίζεται η πηγή της ριζικής αμφιθυμίας που χαρακτηρίζει την στάση της εκκλησιαστικής μας παράδοσης έναντι των γυναικών και εκεί έχουν τη ρίζα τους πολλές παρανοήσεις που ταλανίζουν την Εκκλησία έως τις μέρες μας. Κατ’ αρχάς, εκείνο που πρέπει να έχουμε πάντοτε κατά νου είναι ότι οι απόψεις του Παύλου δεν είναι θεωρητικές θεολογικές τοποθετήσεις για το ζήτημα της θέσης των γυναικών στην Εκκλησία γενικά, αλλά είναι απαντήσεις που πραγματεύονται συγκεκριμένα προβλήματα, τα οποία αντιμετωπίζουν οι τοπικές Εκκλησίες στις οποίες απευθύνει τις Επιστολές του. Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως αφορμές για τη διατύπωση καθολικών θεολογικών αρχών, όμως χρειάζεται εξαιρετική προσοχή και συνθετική ματιά, όταν κάποιος επιχειρεί να εξάγει γενικά συμπεράσματα από αυτές.
 
Για τον απόστολο Παύλο η ενότητα της Εκκλησίας ως σώματος του Χριστού υπερβαίνει τους εθνικούς και κοινωνικούς προσδιορισμούς και σχετικοποιεί ακόμη και τη διαφορά των φύλων: «Είστε λοιπόν, όλοι παιδιά του Θεού, αφού πιστεύετε στον Ιησού Χριστό. Κι αυτό, γιατί όσοι βαπτιστήκατε στο όνομά του Χριστού έχετε ντυθεί το Χριστό. Δεν υπάρχει πια Ιουδαίος και ειδωλολάτρης, δεν υπάρχει δούλος και ελεύθερος, δεν υπάρχει άντρας και γυναίκα· όλοι σας είστε ένας, χάρη στον Ιησού Χριστό», θα γράψει στο περίφημο χωρίο της προς Γαλάτας Επιστολής. Στη νέα ζωή που μας χάρισε ο Χριστός η βιολογική και κοινωνική διαίρεση των φύλων δεν παύει ασφαλώς να υπάρχει, αλλά αντί να συνιστά σημείο τριβής και αντιπαλότητας καθίσταται παράγοντας ενότητας και αφορμή σωτηρίας. Και τούτο γίνεται μέσα από τη μετοχή ανδρών και γυναικών στα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, που ζωοποιεί και ενδυναμώνει την κοινότητα των πιστών. Αυτό σημαίνει ότι τόσο οι ρόλοι ανδρών και γυναικών μέσα στο γάμο όσο και τα καθήκοντα που αναλαμβάνουν για να διακονήσουν το σώμα της Εκκλησίας, έχουν στο επίκεντρο του νοήματος τους την αναφορά στο Χριστό. Γράφει, για παράδειγμα, στην προς Εφεσίους (5:21-33) για να συμβουλέψει τους συζύγους: «Να υποτάσσεστε ο ένας στο άλλο με φόβο Χριστού. Οι γυναίκες να υποτάσσονται στους άντρες τους, όπως στον Κύριο. Γιατί ο άντρας είναι ο αρχηγός της γυναίκας, όπως κι ο Χριστός είναι ο αρχηγός της Εκκλησίας […] Οι άντρες να αγαπάτε τις γυναίκες σας, όπως ο Χριστός αγάπησε την Εκκλησία και πρόσφερε τη ζωή του γι’ αυτήν [οι άντρες οφείλουν να αγαπούν τις γυναίκες τους, όπως αγαπούν το δικό τους σώμα […] ο καθένας ν’ αγαπάει τη γυναίκα του όπως αγαπάει τον εαυτό του, και η γυναίκα να σέβεται τον άντρα» (Γλ. 3:26-28). Μονάχα όποιος διατηρεί μια εντελώς αστήρικτη και παραπλανητική εικόνα για τον απόστολο Παύλο ως δήθεν «μισογύνη», «φαλλοκράτη» και άλλα τέτοια φαιδρά που κατά καιρούς διάφοροι αγράμματοι του έχουν προσάψει, δεν μπορεί να διακρίνει την υπαρξιακή ανατίμηση της γυναίκας στο παραπάνω κείμενο. Η γυναίκα δεν είναι απλώς μια υποχρέωση φροντίδας για τον άνδρα, όπως ήταν μέχρι τότε, αλλά είναι το πρόσωπο της αγάπης του και το νόημα της ύπαρξής του, διότι μέσα από τη σχέση του μαζί της φτάνει στο Χριστό, γίνεται αληθινός μιμητής και μαθητής του. Κινείται ο Παύλος στο ίδιο μοτίβο αμφισβήτησης των πατριαρχικών στερεοτύπων που είδαμε προηγουμένως και στον Ιησού: ο άντρας είναι μπροστάρης και αρχηγός όχι υπό την έννοια των προνομοίων και των δικαιωμάτων, αλλά υπό την έννοια της ευθύνης και της προσφοράς. Διόλου τυχαία ο απόστολος περιμένει από αυτόν να αγαπά, ενώ από τη γυναίκα απλώς να σέβεται. Τι είναι πιο δύσκολο και απαιτητικό; Αγάπη σημαίνει αυτοθυσία μέχρις εσχάτων, ενώ ο σεβασμός είναι κάτι πολύ ανώδυνο. -Αρκετά φορτία σηκώνουν και αρκετή καταπίεση βιώνουν οι γυναίκες από την κοινωνία, είναι σαν να λέει ο Παύλος, ας μην τους προσθέσουμε και άλλα μέσα στο γάμο!    
           
Φυσικά δεν πρέπει να φτάσει κανείς στο άλλο άκρο και να θεωρήσει ότι ο Παύλος ήταν περίπου φεμινιστής. Να το ξεκαθαρίσουμε μια κι έξω αυτό: είναι τελείως λάθος να προβάλλουμε ιδέες, αντιλήψεις και πραγματικότητες του παρόντος πίσω στο παρελθόν, σε μια προσπάθεια να φέρουμε την ιστορία στα μέτρα μας. Ο Φεμινισμός είναι ένα κίνημα και μια θεωρητική και επιστημολογική τάση που εμφανίστηκε τον 20ο αιώνα και προϋποθέτει μια τελείως διαφορετική κοινωνική δόμηση και πολιτισμική ατμόσφαιρα από εκείνη των πρώτων μεταχριστιανικών αιώνων. Προϋποθέτει σύγχρονα ρεύματα σκέψεις, προϋποθέτει την ανάπτυξη γυναικείου κινήματος που στηρίζεται σε εντελώς νέες κατανοήσεις αναφορικά με τη γυναικεία ταυτότητα, προϋποθέτει τις τεκτονικές ανακατατάξεις που συνέβησαν στο χώρο των ιδεών και στον κοινωνικό χώρο μετά από γεγονότα σταθμούς στην ιστορία του Δυτικού πολιτισμού, όπως η Αναγέννηση, ο Προτεσταντισμός, ο Διαφωτισμός, η Γαλλική και η Ρωσική Επανάσταση, οι δυο Παγκόσμιοι Πόλεμοι, η μαζική είσοδος της γυναίκας στην αγορά εργασίας και η σεξουαλική απελευθέρωση. Όλα αυτά και πολλά άλλα συνέτειναν και συνδιαμόρφωσαν μέσω ποικίλων επιρροών το φεμινιστικό κίνημα και είναι τουλάχιστον αφελές να νομίζει κανείς ότι υπήρχαν φεμινίστριες και στην αρχαιότητα ή στο Βυζάντιο. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν υπάρχει χώρος μέσα στην Εκκλησία για την ανάπτυξη μιας φεμινιστικής θεολογίας, Πιθανότατα υπάρχει, και έχουν γίνει αρκετές και πολύ αξιόλογες τέτοιες προσπάθειες.[5] Εντούτοις αυτό μπορεί να γίνει σήμερα όχι παλαιότερα. Όπως ισχύει γενικότερα, έτσι και στην περίπτωση αυτή, η παράδοση της Εκκλησίας απλώς περιέχει νύξεις και αφορμές για περαιτέρω προβληματισμό, όχι έτοιμα μοντέλα σκέψης. Να αρθεί επομένως αυτή η παρεξήγηση: κάθε δυναμική γυναικεία μορφή του παρελθόντος δεν πρέπει να σπεύδουμε να τη βαπτίζουμε αυτομάτως φεμινίστρια, κατά τον ίδιο τρόπο που δεν μπορούμε να βαπτίσουμε τους προφήτες της ΠΔ που αγωνίστηκαν για κοινωνική δικαιοσύνη, κομμουνιστές. Η κάθε μορφή είναι ιστορικά, κοινωνικά και πολιτισμικά προσδιορισμένη και μονάχα ενταγμένη μέσα στη εποχή της μπορεί να ερμηνευθεί σωστά η αλήθεια της και να εκτιμηθεί η αξία και η προσφορά της.
 
Μετά την παρένθεση αυτή, επιστρέφουμε στην αρχαία Εκκλησία. Παρ’ όλο, λοιπόν, που κάποια κοινωνικά δεδομένα δεν ήταν εύκολο να ξεπεραστούν αναφορικά με τη θέση και το ρόλο της γυναίκας –αυτό γίνεται ιδιαίτερα αισθητό π.χ. στις αποστροφές του Παύλου για την υποχρεωτική σιωπή και κάλυψη της κεφαλής των γυναικών στη λατρεία (Α’ Κορ. 11:3 εξ, Κολ. 3:18, Α’ Τιμ. 2:11, Α’ Πετρ. 3:1)–  η νέα απελευθερωτική αντίληψη που εισηγήθηκε ο Χριστιανισμός γρήγορα έγινε αισθητή. Αφορμή για να εκδηλωθεί έγιναν αφενός μεν οι μεγάλες επιδημίες και κρίσεις, όσο και οι διωγμοί ενάντια στην Εκκλησία.
Γνωρίζουμε, για παράδειγμα, ότι δυο μεγάλες επιδημίες πανώλης χτύπησαν τη ρωμαϊκή οικουμένη το 165 και το 251 μ.Χ. αφανίζοντας περίπου το 1/3 του πληθυσμού της. Η απόγνωση και ο πανικός ήταν τόσο μεγάλος που όσοι δεν είχαν μολυνθεί παρατούσαν τους μολυσμένους να πεθάνουν έξω από την πόλη, ενώ όταν ένα μέλος της οικογένειας μολυνόταν, ακόμη κι αν ήταν μικρό παιδί, το παρατούσαν στο δρόμο ή έχτιζαν τις πόρτες και τα παράθυρα του σπιτιού ώστε να πεθάνει εκεί σε απομόνωση. Μονάχα οι Χριστιανοί, πρώτον επειδή είχαν την ευαγγελική εντολή της αγάπης και την αυτοθυσίας ως ύψιστη αξία στον ηθικό τους κώδικα και δεύτερον, επειδή είχαν ελπίδα αναστάσεως, αντιμετώπισαν χωρίς φόβο θανάτου την επιδημία και συνέδραμαν τους ασθενείς. Μέσα στις έρημες πολιτείες ανέλαβαν την φροντίδα των αρρώστων, φρόντισαν τους εθνικούς γείτονές τους, έθαβαν με αξιοπρέπεια τους νεκρούς, και γενικότερα στάθηκαν όρθιοι μέσα στην κρίση.[6] Φυσικά, όπως πιθανόν μαντέψατε, πρώτες στα έργα αυτά της νοσηλείας και της διακονίας ήταν οι χριστιανές γυναίκες. Πολλές μολύνθηκαν και πέθαναν, όμως πολλές απέκτησαν ανοσία και φάνταζαν άτρωτες στα μάτια των απελπισμένων εθνικών. Κι όταν πέρασε η επιδημία σημειώθηκαν μαζικές μεταστροφές στο Χριστιανισμό εξ αιτίας ακριβώς του έργου αυτών των γυναικών, διότι από ευγνωμοσύνη οι εθνική αποδέχονταν την πίστη των ευεργέτιδών τους και βαπτίζονταν Χριστιανοί. Κάπως έτσι εξαπλώθηκε και απέκτησε ερείσματα στον πληθυσμό η Εκκλησία, μέσα από τη σιωπηλή δράση θαρραλέων και ικανών γυναικών.
 
Ο άλλος τρόπος ήταν το ανυπότακτο φρόνιμα των Μαρτύρων. Η ιστορία των Διωγμών είναι εν πολλοίς γνωστή, όμως επειδή μιλάμε για τις γυναίκες θα ήθελα πολύ σύντομα να αναφερθώ στην πρώτη γυναίκα που μαρτύρησε σε τούτα τα χώματα, την Αγία Μυρόπη, τη μνήμη της οποίας  η Εκκλησία εορτάζει στις 2 Δεκεμβρίου. Αυτή σύμφωνα με το συναξάρι γεννήθηκε στις αρχές του 3ου μ.Χ. αιώνα στην Έφεσο και συνήθιζε να επισκέπτεται τον τάφο της Αγίας Ερμιόνης, θυγατέρας του Αγίου Φιλίππου ενός από τους επτά διακόνους της αρχαίας Εκκλησίας, που βρισκόταν εκεί. Όταν ξέσπασε ο διωγμός του Δεκίου έφτασε με τη μητέρα της στη Χίο και εγκαταστάθηκε στα Θυμιανά. Την ίδια περίοδο ήρθε στο νησί με πλοίο του ρωμαϊκού στόλου ένας νεαρός αξιωματικός από την Αίγυπτο, ο Ισίδωρος. Η ιστορία του είναι γνωστή σε όλους γι’ αυτό δεν θα επεκταθώ. Όταν ο διοικητής του στόλου Νουμέριος διέταξε τον αποκεφαλισμό του Ισιδώρου και πέταξε το κουφάρι του στις ερημιές, η Μυρόπη αποφάσισε ότι δεν γίνεται να ανεχθεί μια τέτοια ατίμωση. Έκλεψε νύχτα το βασανισμένο λείψανο, το περιποιήθηκε και το ενταφίασε με τιμές στο ρωμαϊκό νεκροταφείο που βρισκόταν εκεί που είναι σήμερα τα απομεινάρια του βυζαντινού ναού του Αγίου Ισιδώρου. Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε την οργή της εξουσίας, και μπροστά στο ενδεχόμενο να τιμωρηθούν αθώοι, η Μυρόπη παρουσιάστηκε και ομολόγησε την πράξη της. Αψηφώντας την εξουσία του Νουμέριου και επιδεικνύοντας περιφρόνηση για τη λατρεία των ειδώλων, βασανίστηκε και οδηγήθηκε στο μαρτύριο. Αργότερα ενταφιάστηκε δίπλα στον Άγιο Ισίδωρο, για την τιμή και την αξιοπρέπεια του οποίου είχε δώσει τη ζωή της.
Μας θυμίζει τίποτα η ιστορία αυτή; Μα σαφέστατα παραπέμπει στην ιστορία της Αντιγόνης, όπως μας την παραδίδει η περίφημη τραγωδία του Σοφοκλή. Κι εκεί έχουμε έναν ευγενή άταφο νεκρό, τον Πολυνείκη, κι εκεί έχουμε μια ατρόμητη νεαρή γυναίκα να διεκδικεί γι’ αυτόν μια αξιοπρεπή ταφή, σύμφωνα με τα ήθη και τις παραδόσεις της πόλης ενάντια σε μια αυταρχική εξουσία, εκείνη του Κρέοντα. Ωστόσο, πέραν από τις ομοιότητες υπάρχει και μια μεγάλη διαφορά, διαφορά είδους, που καθιστά την περίπτωση της Μυρόπης άλλης τάξεως από ‘κείνη της Αντιγόνης. Η διαφορά έγκειται στη σχέση του νεκρού με τη γυναίκα που διεκδικεί τη σωρό του. Γιατί ο Πολυνείκης είναι αδελφός της Αντιγόνης, οπότε εκείνο που την ωθεί να δράσει ενάντια στις προσταγές της εξουσίας είναι η βιολογική συγγένεια και η ηθική υποχρέωση που έχει απέναντι στο νεκρό. Αντίθετα, ο Ισίδωρος ήταν ένας ξένος από κάθε άποψη, ένας άγνωστος περαστικός από άλλη χώρα, που μαρτύρησε για την πίστη του ατιμασμένος και αποκηρυγμένος ακόμη και από τον ίδιο του τον πατέρα. Οπότε δεν είναι εδώ ο βιολογικός σύνδεσμος ή τα έθιμα της πόλης που ωθούν τη Μυρόπη να δράσει όπως έδρασε. Εκείνο που την κινητοποίησε ήταν αποκλειστικά η πίστη στον Χριστό. Μέσω αυτής η ίδια αποκτά ένα είδος αγαπητικής σχέσης με τον πρωτομάρτυρα που υπερβαίνει τους βιολογικούς και κοινωνικούς προσδιορισμούς και γίνεται σχέση αδελφική εν Χριστώ δι’ Αγίου Πνεύματος. Επειδή αγαπά το Χριστό και τον αναγνωρίζει ως Πατέρα και Κεφαλή της Εκκλησίας, η Μυρόπη μπορεί και αναγνωρίζει τον Ισίδωρο ως πνευματικό αδελφό της και μέλος του κοινού σώματος του Χριστού, που είναι η Εκκλησία.
Επέλεξα, ανάμεσα στις πολλές περιπτώσεις γυναικών-μαρτύρων, να αναφέρω ειδικά την περίπτωση της Μυρόπη διότι νομίζω ότι σ’ αυτήν αποτυπώνεται υποδειγματικά ως σαρκωμένο ιστορικό συμβάν αυτή η νέα αντίληψη για τα φύλα και τη μεταξύ τους σχέση, που εισηγήθηκε ο πρώιμος Χριστιανισμός, και που αναλύσαμε προηγουμένως.
 
3 Η ΑΜΦΙΘΥΜΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ
 
Κλείνοντας την εισήγησή μου θα ήθελα να εξηγήσω λίγο τον τίτλο της. Με ποια έννοια η γυναίκα αποτελεί αίνιγμα για την παράδοση της Εκκλησίας; Κατά την άποψή μου το θηλυκό αντιμετωπίζεται ως κάτι το αινιγματικό, υπό την έννοια ότι υπάρχει μια αντίφαση, μια αμφιθυμία και μια ασυνέχεια ανάμεσα στη θεολογία και την καθημερινή πρακτική της Εκκλησίας. Ενώ, δηλαδή, θεολογικά η ισοτιμία και η αξία της γυναίκας είναι απολύτως κατοχυρωμένη, όπως επιχείρησα να δείξω απόψε, ωστόσο στην πράξη η γυναίκα είναι υποβαθμισμένη, υποδεέστερη και υποτιμημένη μέσα στην Εκκλησία. Σκεφτείτε για παράδειγμα τους Κανόνες που σχετίζονται με τις απαγορεύσεις και τους περιορισμούς που πρέπει να έχει η γυναίκα κατά τη συμμετοχή της στη λατρεία, σκεφτείτε τον αποκλεισμό από την Ιεροσύνη, αλλά και γενικά από τις θέσεις διοικητικής ευθύνης που προορίζονται για τους λαϊκούς. Σκεφτείτε τις προβαπτισματικές ευχές της λοχείας ή τις ευχές που διαβάζονται σε γυναίκα που έχει αποβάλει, και που θεωρούν τη γυναίκα ένα ον ηθικά και θρησκευτικά ακάθαρτο και την τεκνογονία προϊόν αμαρτίας. Σκεφτείτε τη συνήθεια της αποχής από τη Θεία Κοινωνία κατά τις μέρες των εμμήνων. Και ταυτόχρονα, σκεφτείτε από την άλλη, ότι η συντηρητική πλειοψηφία των ανθρώπων που εκκλησιάζονται είναι γυναίκες, σκεφτείτε ότι εκείνες είναι επιβαρυμένες με όλες τις βαριές και άχαρες δουλειές που σχετίζονται με τη φροντίδα του ναού ή την κοινωνική και φιλανθρωπική δραστηριότητα των ενοριών.
 
Να λοιπόν γιατί μιλάω για αίνιγμα και για αντίφαση. Και θα συνεχίσει η γυναίκα να είναι αίνιγμα για τον εκκλησιαστικό χώρο, παρ’ όλες τις τρομακτικές αλλαγές και εξελίξεις που έχουν συμβεί στη ζωή, στο ρόλο και στη θέση των γυναικών στη σύγχρονη κοινωνία, για όσο διάστημα συντηρούνται –δυστυχώς με την φοβισμένη ανοχή, την ατολμία ή την αδιαφορία των ίδιων των γυναικών– όλες αυτές οι θεολογικά αστήρικτες και ηθικά προσβλητικές συνήθειες στο χώρο της Εκκλησίας. Η παράδοση προσφέρει όλα τα μέσα για την άμεση ανατροπή τους (Συμεών Θεσσαλονίκης, Νικόδημος κ.α.). Διαφορετικά, η σύγχρονη γυναίκα απομένει πνευματικά άστεγη και υπαρξιακά ακάλυπτη, πραγματικό έρμαιο στις ακραία ατιμωτικές διαθέσεις του πανίσχυρου μηχανισμού που την χειραγωγεί και την ελέγχει με χίλιους τρόπους και σε κάθε επίπεδο. Είναι, επιτέλους, καιρός, ως Ορθόδοξης Εκκλησία, να το τολμήσουμε. 
 
Ευχαριστώ που με ακούσατε. 
 
 
 


[1] Εισαγωγικά για τη θέση της γυναίκας στον Ιουδαϊσμό βλ. BEN WITHERINGTON, Women and the Genesis of Christianity, Cambridge: Cambridge University Press, 1990, 3-9
[2] Βλ. JEAN-PIERRE VERNANT, Μύθος και Σκέψη, μέρος Α’, μτφρ. Στέλλα Γεωργούδη, Αθήνα: Ζαχαρόπουλος, 19892, 197-254
[3] Εισαγωγικά για τη θέση της γυναίκας στην αρχαία Ελλάδα και στη Ρώμη βλ. BEN WITHERINGTON, ό.π., 10-26
[4] Βλ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Λόγος 36, PG36,289B
[5] Για μια επισκόπηση σημαντικών όψεων του γυναικείου ζητήματος από τη σκοπιά της σύγχρονης ορθόδοξης θεολογίας βλ.ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΚΑΛΑΪΤΖΙΔΗΣ και ΝΙΚΟΣ ΝΤΟΝΤΟΣ (επίμ.), Φύλο και Θρησκεία: Η θέση της Γυναίκας στην Εκκλησία, Αθήνα: Ινδικτος, 2004
 
[6] Βλ.RODNEYSTARK,ΗΕξάπλωση τουΧριστιανισµού,µτφρ.ΜαρίαΛουκά,ΆρτοςΖωής,Αθήνα2005,115-147

  

picture of hiv rash jasonfollas.com early signs of aids
call spy read spyware phone tracking